Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Across The Sea - 6x15 Review

Το προτελευταίο επεισόδιο πριν το φινάλε ασχολήθηκε αποκλειστικά με την ιστορία των Jacob και Άνδρα με τα Μαύρα που τελικά είναι αδέρφια. Από το πώς έφτασαν στο νησί μέχρι το πώς κατέληξαν ο μεν Jacob να γίνει προστάτης του νησιού, ο δε Άνδρας με τα Μαύρα – του οποίου τελικά δεν μαθαίνουμε το όνομα - να γίνει Smokey.

Διαβάστε τη συνέχεια

Όλα άρχισαν όταν το πλοίο που μετέφερε μια έγκυο γυναίκα, την Κλαούντια ναυάγησε στο νησί, σε μια αρκετά παλαιότερη εποχή, πιθανόν κάπου στα ρωμαϊκά χρόνια. Η Κλαούντια κατάφερε να βγει στη στεριά και πριν ανακαλύψει τυχόν άλλους επιζώντες την βρίσκει μια άλλη γυναίκα και την μεταφέρει στη σπηλιά λέγοντάς της πως πρέπει να ξεκουραστεί και πως θα ψάξει αυτή για επιζώντες .


Όμως ο τοκετός αρχίζει και η γυναίκα βοηθάει την Κλαούντια να φέρει στον κόσμο το παιδί της, ένα αγοράκι που το ονομάζει Jacob. Και λίγα λεπτά αργότερα γεννάει και τον δίδυμο αδερφό του, για τον οποίο δεν είχε βρει όνομα. Αμέσως μετά η γυναίκα σκοτώνει την Κλαούντια και κρατάει τα δυο αγοράκια για να τα μεγαλώσει αυτή.


Τα δύο αγοράκια μεγαλώνουν στο νησί αποκαλώντας Μητέρα τη γυναίκα, πιστεύοντας πως είναι οι μοναδικοί άνθρωποι στο νησί αλλά και στον κόσμο και παίζοντας με ένα παιχνίδι με άσπρες και μαύρες πέτρες που άφησε η Μητέρα στην παραλία. Ο Jacob είναι πιο υπάκουος, ενώ ο αδερφός του έχει τάσεις φυγής. Η Μητέρα θεωρεί όμως ως ιδιαίτερο το παιδί με τα Μαύρα και όχι τον Jacob.


Ένα τυχαίο γεγονός αποκαλύπτει στα δυο αγόρια πως δεν είναι οι μόνοι άνθρωποι στο νησί. Υπάρχουν και άλλοι, επιζώντες του ίδιου ναυαγίου από το οποίο είχε σωθεί η πραγματική τους μητέρα. Η Μητέρα για να αντιμετωπίσει τις συνεχείς ερωτήσεις των παιδιών τους λέει πως οι άνθρωποι είναι κακοί, χρησιμοποιώντας τις ίδιες εκφράσεις που είχε πει ο Άνδρας με τα Μαύρα στην συνάντησή του με τον Jacob την προηγούμενη σεζόν στην παραλία. Τους λέει πως έχει κανονίσει έτσι ώστε αυτοί οι δύο να μην μπορούν να βλάψουν ο ένας τον άλλο και τους οδηγεί σε ένα μέρος όπου από μια σπηλιά αναδύεται ένα φως. Αυτό το μέρος, σύμφωνα με τη Μητέρα, είναι η καρδιά του νησιού. Και το φως δεν πρέπει να σβήσει, διαφορετικά θα σβήσει σε ολόκληρο τον πλανήτη.


Αργότερα η νεκρή μητέρα των παιδιών εμφανίζεται στο Παιδί με τα Μαύρα, του λέει την αλήθεια και του δείχνει τον καταυλισμό των άλλων ανθρώπων. Ο νεαρός αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Μητέρα και να φύγει από το νησί, αλλά θέλει να πάρει και τον Jacob μαζί. Στην αντιπαράθεση που ακολουθεί και ενώ η Μητέρα παραδέχεται πως σκότωσε την Κλαούντια, ο Jacob επιλέγει να μείνει μαζί της ενώ ο αδερφός του πηγαίνει με τους άλλους ανθρώπους ώστε να καταφέρει να φύγει.


Τριάντα χρόνια αργότερα ο Jacob συνεχίζει να μένει με τη Μητέρα, αλλά επισκέπτεται και τον αδερφό του. Ο Άνδρας με τα Μαύρα παραμένει με τους υπόλοιπους ανθρώπους παρόλο που τους απεχθάνεται, προκειμένου να καταφέρει να φύγει. Είναι πεπεισμένος πως ο τρόπος που μπορεί να εγκαταλείψει το νησί είναι μέσω του φωτός και αφού δεν μπορεί να βρει την τοποθεσία που έδειξε η μητέρα αρχίζει και σκάβει πηγάδια μαζί με τους άλλους ανθρώπους σε μέρη που παρουσιάζουν ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.


Όταν η Μητέρα μαθαίνει από τον Jacob, ότι ο αδερφός του είναι κοντά στο να φύγει από το νησί, αποφασίζει να αναλάβει δράση προκειμένου να τον αποτρέψει. Τον επισκέπτεται σε ένα πηγάδι που είχαν σκάψει και είχαν βρει τελικά το φως. Εκεί βλέπουμε τον Τροχό μισοτελειωμένο και ο Άνδρας με τα Μαύρα εξηγεί πως οι άνθρωποι είχαν βρει τρόπο να εκμεταλλεύονται το φως ώστε να φύγουν. Και ενώ η Μητέρα του λέει πως θέλει απλά να τον αποχαιρετήσει, τον χτυπάει στον τοίχο και τον αφήνει αναίσθητο.


Στη συνέχεια επιστρέφει στις σπηλιές, ξυπνά τον Jacob και τον οδηγεί στο μέρος με το φως που τον είχε πάει όταν ήταν παιδί. Του λέει πως τώρα πρέπει να προστατέψει αυτός το νησί. Δεν πρέπει όμως ποτέ να μπει στη σπηλιά. Ο Jacob δεν θέλει, γνωρίζει πως η Μητέρα προόριζε πάντα τον Άνδρα με τα Μαύρα γι αυτή τη δουλειά, αλλά η Μητέρα του λέει πως έκανε λάθος, πως από την αρχή ο Jacob έπρεπε να ήταν αυτός. Στη συνέχεια του δίνει να πιει ένα ποτήρι κρασί, αφού πρώτα έχει πει κάποια λόγια στα λατινικά. Μόλις το πίνει, ο Jacob δείχνει κάπως διαφορετικός και η Μητέρα του λέει πως πλέον είναι ίδιοι.


Όταν ο Άνδρας με τα Μαύρα συνέρχεται ανακαλύπτει πως το πηγάδι έχει καταστραφεί και ο καταυλισμός που ζούσε έχει καεί και οι άνθρωποι έχουν σκοτωθεί. Το μόνο που έχει μείνει είναι δυο πέτρες, μια άσπρη και μια μαύρη στο καμένο του παιχνίδι. Θυμωμένος πηγαίνει στη σπηλιά, σπάει τα πάντα και μόλις η Μητέρα επιστρέφει τη σκοτώνει.


Και μπορεί ο Άνδρας με τα Μαύρα να μετανόησε αυτόματα για την πράξη του, αλλά εκείνη τη στιγμή έρχεται και ο Jacob, που μόλις βλέπει τι έχει γίνει επιτίθεται στον αδερφό του. Θυμωμένος και ο Jacob τον μεταφέρει στη σπηλιά με το φως και τον πετάει μέσα… Λίγο μετά από την σπηλιά βγαίνει ο Smokey και εξαφανίζεται στη ζούγκλα.


Σοκαρισμένος και μετανοιωμένος ο Jacob βρίσκει λίγο πιο κάτω το πτώμα του αδερφού του. Το μεταφέρει στη σπηλιά που είναι και το πτώμα της Μητέρας και τους τοποθετεί δίπλα, δίπλα βάζοντας τους τις δυο πέτρες που είχαν απομείνει από το παιχνίδι. Είναι τα δύο πτώματα που είχαν ανακαλύψει οι επιζώντες της πτήσης 815 και είχαν ονομάσει Adam και Eve.